Πρώτος και δεύτερος ξεριζωμός
1914, ο πρώτος ξεριζωμός
Η περιγραφή της «Εξόδου» του ελληνικού πληθυσμού των πόλεων της Παλαιάς αλλά και της Νέας Φώκαιας από τις Μικρασιατικές ακτές της Ιωνίας μας οδηγεί στις αρχές του 19ου αιώνα.
Οι δυο πληθυσμοί, ο Ελληνικός και ο Τουρκικός, έχοντας κατακτήσει την ισορροπία της συμβίωσης και αποκαταστήσει σχέσεις που ελαχιστοποιούσαν προβλήματα και διαφορές, έφτασαν σε μια περίοδο εξαιρετικά κρίσιμη (1914) όπου δυστυχώς αδυνατούσαν όπως ήταν φυσικό, να διαφυλάξουν την παραδοσιακή τους εμπιστοσύνη και θέληση, να παραμείνουν σύνοικοι όπως παλιά.
Έτσι, μέσα στο κλίμα της εποχής που καθοριζόταν από τη εθνικιστική πολιτική των Νεότουρκων και του Α' Παγκοσμίου πολέμου, οι δεσμοί έσπασαν και η ρήξη οδήγησε για πρώτη φορά τον Ελληνικό πληθυσμό, στη φυγή και την εγκατάλειψη των περιουσιών του.
Η έκταση αλλά και η ένταση των διωγμών, που παρατηρήθηκαν αυτή την περίοδο στην ευρύτερη περιφέρεια της Παλαιάς Φώκαιας, είναι πρωτοφανείς.
Μέχρι το τέλος του Ιουνίου του 1914, ολόκληρος σχεδόν ο ελληνικός πληθυσμός είχε εγκαταλείψει την περιοχή.
Από τα αρχεία του ελληνικού υπουργείου περιθάλψεως της εποχής εκείνης, διαπιστώνεται ότι ο αριθμός των Ελλήνων, από την περιφέρεια της Φώκαιας, που έφτασε στην Ελλάδα, υπολογίζεται περί τις 18.000 και ως τόποι διαμονής αναφέρονται οι περιοχές της Μυτιλήνης, με 6.000 Φωκιανούς, της Θεσσαλονίκης, με 3.000, της Αθήνας και του Πειραιά με 1.600, της Εύβοιας με 150, του Ηρακλείου Κρήτης με 150, της Καβάλας, της Χίου, του Βόλου κ. ά.
Ειδικότερα, στην περιοχή της Μυτιλήνης, για την καλύτερη περίθαλψη των προσφύγων, η πόλη χωρίστηκε σε δέκα τμήματα, ένα από τα οποία αφορούσε αποκλειστικά στους Έλληνες από την περιφέρεια της Φώκαιας.
Ο αριθμός δε των Φωκιανών, που περιθάλφθηκαν στη Μυτιλήνη, ανερχόταν την 31.12.1918 στις 5.182.
Επίσης όπως αναφέρεται σε έκθεση του Υπουργείου Οικονομικών, στη περιφέρεια της Μακεδονίας, υπήρχαν 616 οικογένειες και συνολικά 2.510 πρόσφυγες από την Παλαιά και την Νέα Φώκαια.
Οι συγκεκριμένες περιοχές, φιλοξένησαν τους Φωκιανούς μέχρι το 1919, στιγμή κατά την οποία επανέκαμψαν στην Φώκαια της Μικράς Ασίας.
Συνολικά, εκτός από ένα αριθμό 5.000 Φωκιανών, που προτίμησαν την παραμονή τους στην Ελλάδα και δεν επέστρεψαν ποτέ στη Φώκαια, η πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού, περί τους 11.000, επανήλθε έως την 1η Ιανουαρίου του 1921 και πολύ γρήγορα ξεπέρασε τα προβλήματα, αποκαθιστώντας τη συνέχεια της παρουσίας του.
Ο διωγμός του 1922
Οι σχέσεις όμως των δύο «κοινοτήτων», είχαν ήδη περάσει σε μια φάση ιδιαίτερα δύσκολη και προβληματική. Η τύχη των Ελλήνων της Φώκαιας, ακολούθησε τη μοίρα ολόκληρου του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, που κρίθηκε οριστικά και δραματικά με την τελευταία φάση των πολεμικών επιχειρήσεων, τον Αύγουστο του 1922.
Οι Φωκιανοί, που κατάφεραν τη χρονική αυτή στιγμή να φτάσουν στην Ελλάδα, με κυριότερο ενδιάμεσο σταθμό τη Μυτιλήνη, διασκορπίστηκαν σε όλη τη χώρα.
Η εμπειρία του 1914 και ένα ένστικτο αυτοσυντήρησης, τους οδήγησε σε επιλογές προσωρινής εγκατάστασης, που σε αρκετές περιπτώσεις έμελλε να 'ναι οριστική.
Όσοι από τους Φωκιανούς έμειναν σ’ αυτές τις πρώτες επιλογές, και απέφυγαν μελλοντικές περιπλανήσεις, εντάχθηκαν, όπως ήταν φυσικό, μέσα σε γενικότερους σχεδιασμούς περίθαλψης και αποκατάστασης και αφομοιώθηκαν από μεγαλύτερες ομάδες προσφύγων.
Περιοχές όπως η Μυτιλήνη, το Πλωμάρι, το Ηράκλειο, το Ρέθυμνο, ο Βόλος κ. ά., φιλοξενούν σήμερα Φωκιανούς, χωρίς να μπορεί κανείς εύκολα να διαπιστώσει τον ακριβή αριθμό τους, αφού δεν υπάρχουν οργανωμένες ομάδες που διατηρούν το χαρακτηριστικό του ονόματος της Φώκαιας.


